Για αυτό το ιστολόγιο

Σκέψεις και δεδομένα που νομίζω πως βοηθάνε να βρούμε την πραγματική μας κοινωνική θέση ... και να αποκοπούμε απο τον ρόλο που θέλουν να μας επιβάλουν.
Ας πετάξουμε απο πάνω μας το "κουστούμι" που μας έχουν φορέσει. Δεν είναι στα μέτρα μας. Μας πνίγει.


Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2016

Ο Κάρλ και η Ρόζα ... στα χαντάκια ... της άλλης "αριστεράς"


   Στις 15 Γενάρη του 1919 ... τέσσερις μέρες πριν τις εκλογές για τη Γερμανική Εθνοσυνέλευση και σε συνθήκες γενικευμένης αντεπαναστατικής τρομοκρατίας που διενεργείται από το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα ( ... η "αριστερά" της εποχής) σε συμμαχία με την αστική τάξη, δολοφονούνται στο Βερολίνο οι κομμουνιστές ηγέτες Καρλ Λίμπκνεχτ και Ρόζα Λούξεμπουργκ.


   Τον Νοέμβρη του 1918, έναν χρόνο μετά τον Οκτώβρη του 1917 στη Ρωσία, η επανάσταση ξέσπασε στην Γερμανία. Ξεκίνησε από τους ναύτες του πολεμικού στόλου στο Κίελο, απλώθηκε στα λιμάνια και τις βιομηχανικές πόλεις της βόρειας Γερμανίας και στις 9 Νοέμβρη "έφτασε" στο Βερολίνο. Οι φαντάροι ενώθηκαν με τους απεργούς, ένοπλους εργάτες και το Ράιχ (Αυτοκρατορία) του Κάιζερ Γουλιέλμου κατέρρευσε. Η επανάσταση έβαλε τέλος στην προοπτική της παράτασης του ιμπεριαλιστικού αιματοκυλίσματος στα χαρακώματα. Μέσα στις φλόγες του αγώνα δημιουργήθηκαν παρόμοια όργανα αγώνα και εξουσίας, όπως τα σοβιέτ στη Ρωσία: τα «συμβούλια» των φαντάρων και των εργατών αντιπροσώπων.
   Μπορούσαν να πάρουν την εξουσία ακολουθώντας το παράδειγμα των Ρώσων συντρόφων τους ή υπήρχε μια άλλη ρεαλιστικότερη προοπτική ?
    Η γερμανική σοσιαλδημοκρατία (SPD) βρέθηκε μπροστά σε μια επανάσταση που δεν την ήθελε. Είχε στηρίξει την γερμανική  άρχουσα τάξη στον πόλεμο και στις παραμονές της επανάστασης υπουργοί της ... μπήκαν στη «μεταβατική» αυτοκρατορική κυβέρνηση. Η ηγεσία της, αντιμέτωπη με την προοπτική της «Δημοκρατίας των Συμβουλίων» που προωθούσαν οι επαναστάτες όπως ο Καρλ Λίμπκνεχτ και η Ρόζα Λούξεμπουργκ, έριξε το βάρος της στην παγίωση μιας αστικής, κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Η σοσιαλδημοκρατία είχε ασπασθεί την εκτίμηση του Έντουαρντ Μπερνστάιν ότι η σοσιαλιστική επανάσταση ήταν όχι μόνο αχρείαστη αλλά και επικίνδυνη για την Γερμανία. Αχρείαστη γιατί ήταν μια "δημοκρατική κοινωνία" που μπορούσε να "μεταρρυθμισθεί ειρηνικά" ... και επικίνδυνη γιατί ήταν τόσο βιομηχανικά ανεπτυγμένη ώστε η αποδιοργάνωση που θα προκαλούσε μια επανάσταση θα ήταν καταστροφική. Είκοσι περίπου χρόνια πριν, η Ρόζα Λούξεμπουργκ απαντώντας στον ίδιο Μπερνστάιν, είχε επισημάνει ότι ... όποιος υποστηρίζει τη στρατηγική της μεταρρύθμισης απέναντι στη στρατηγική της κοινωνικής επανάστασης δεν επιλέγει έναν πιο ήρεμο, πιο ασφαλή και βραδύ δρόμο προς τον ίδιο σκοπό, αλλά έναν άλλο σκοπό και συγκεκριμένα, όχι τη δημιουργία ενός νέου κοινωνικού καθεστώτος, αλλά απλούστατα επουσιώδεις μεταβολές στο παλιό.  
   

   ΑΠΟΔΕΙΧΘΗΚΕ ΤΡΑΓΙΚΑ ΣΩΣΤΗ. Η Ρόζα δολοφονήθηκε μαζί με τον Κάρλ Λίπμκνεχτ και εκατοντάδες επαναστάτες στις 15 Γενάρη του 1919 ... όταν η κυβέρνηση του SPD με εντολή του "αριστερού" σοσιαλδημοκράτη υπουργού Αμυνας ... Νόσκε ... έστειλε τα Freikorps (σώματα εθελοντών αξιωματικών και στρατιωτών του παλιού στρατού) ... να καταστείλουν την εξέγερση στο Βερολίνο. Δυο μήνες μετά, τα ίδια στρατιωτικά σώματα, με τις εντολές του ίδιου υπουργού (τρομερό φυντάνι αυτός ο Νόσκε) ... θα καταστείλουν ένα μεγάλο απεργιακό κύμα στο Βερολίνο και θα στραφούν ενάντια ακόμα και στις «μετριοπαθείς» οργανώσεις των σοσιαλδημοκρατών του SPD και του USPD. Απολογισμός: 1.000 νεκροί. Οι σοσιαλδημοκράτες που ασκούσαν πλέον την κυβερνητική εξουσία, συνεπείς στις δεσμεύσεις τους, όχι απέναντι στις επαναστατημένες μάζες, αλλά απέναντι στους αστούς, αξιοποίησαν τον αυτοκρατορικό στρατό για να πνίξουν στο αίμα το εξεγερμένο προλεταριάτο του Βερολίνου και άλλων πόλεων και αργότερα της Βαυαρίας. Με αφορμή τη στυγνή δολοφονία των ηγετών της επανάστασης Κ. Λίμπκνεχτ και Ρ. Λούξεμπουργκ, ο Λένιν σε ομιλία του στις 19/1/1919 κατήγγειλε το νέο ρόλο που ανέλαβε η ηγεσία του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας ... τους Εμπερτ (Ebert) και Σάιντεμαν (Scheidemann) ως δημίους των προλεταριακών ηγετών, τονίζοντας ταυτόχρονα ότι «η "δημοκρατία" είναι τελικά ένα μασκάρεμα της αστικής ληστείας και της πιο κτηνώδους βίας». Αυτή ήταν η προσφορά της σοσιαλδημοκρατίας στην ήττα του εργατικού κινήματος στην Γερμανία. Εχει και άλλα επεισόδια το σήριαλ παρακάτω ... έχει και άλλα ...
Να μιά σοσιαλδημοκρατική φάτσα της εποχής. Ο Friedrich Ebert.

Ο Gustav Noske. Ο "αριστερός" εντολέας των φόνων.

    Μέσα σε τέτοιες συνθήκες συνήλθε η Εθνοσυνέλευση που θα συνέτασσε το Σύνταγμα της νέας Δημοκρατίας, στην ήσυχη, πανεπιστημιακή πόλη της Βαϊμάρης, μακριά από το Βερολίνο με τις ριζοσπαστικές παραδόσεις του εργατικού του κινήματος. Στο συνέδριο συμμετέχουν τα εργατικά και στρατιωτικά συμβούλια. Απαιτούν την άμεση κοινωνικοποίηση όλων των κλάδων της βιομηχανίας, την ανάληψη της διοίκησης του στρατού από το κεντρικό σοβιέτ, την εκλογή των ανωτέρων από τους στρατιώτες, την αποστρατεία μονίμων στρατιωτικών, τη συγκρότηση πολιτοφυλακής.
    Ομως στις εργασίες κυριαρχούσε το SPD. Έχει σημασία να τονιστεί ότι παρά το βρώμικο ρόλο της ηγεσίας του, το κόμμα αυτό το ακολουθούσαν εκατομμύρια εργάτες όχι μόνο ένα μεγάλο μέρος της παλιάς βάσης του, αλλά και εκατομμύρια εργαζόμενοι που έμπαιναν για πρώτη φορά στην πολιτική. Αυτό ίσχυε ιδιαίτερα για τους φαντάρους και τους φτωχούς εργάτες γης στα ανατολικά στα μεγάλα αγροκτήματα των «Γιούνκερ» στην Ανατολική Πρωσία. Το SPD είχε πάρει τη μεγάλη πλειοψηφία στις εκλογές των εργατικών συμβουλίων και τα έπεισε ότι η μόνη σωστή στρατηγική ήταν η ενσωμάτωσή τους στο νέο δημοκρατικό καθεστώς. Το νέο Σύνταγμα μπορεί να κατοχύρωνε το γενικό εκλογικό δικαίωμα, μαζί με την ψήφο των γυναικών, το δικαίωμα στη γενική εκπαίδευση, το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι ... ΟΧΙ ΟΜΩΣ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΗΣ ΑΠΕΡΓΙΑΣ. Ακόμα και ο όρος Reich (Ράιχ = αυτοκρατορία - «βασίλειο») παρέμεινε στο νέο Σύνταγμα, παρά την πρόταση που τέθηκε για αλλαγή του σε «Δημοκρατία» (Republik). Επίσης το νέο σύνταγμα έδινε τόσες υπερεξουσίες στον Πρόεδρο του Ράιχ, που εκλεγόταν με άμεση ψηφοφορία, ώστε να τον κάνει πιο ισχυρό από τον «πρόεδρο της Τρίτης Γαλλικής Δημοκρατίας ή τον Πρόεδρο των ΗΠΑ». Ο Πρόεδρος είχε την δυνατότητα να νομοθετεί και να διορίζει κυβερνήσεις σε «περιόδους εθνικής ανάγκης» σύμφωνα με το περίφημο άρθρο 48. Το εν λόγω άρθρο αξιοποιήθηκε κατά κόρον την περίοδο 1919 - 1933 για την καταστολή εργατικών απεργιακών αγώνων, για τη διάλυση συνταγματικά εκλεγμένων κυβερνήσεων των κρατιδίων όταν αυτές δεν ταίριαζαν απόλυτα με τις επιδιώξεις της άρχουσας τάξης, για την «εν ψυχρώ» προώθηση των πιο αντιδραστικών απαιτήσεων των μεγαλοβιομηχάνων, για την αναστολή της κοινοβουλευτικής δράσης και στο τέλος, ως κατώφλι για το πέρασμα στην ανοιχτή φασιστική δικτατορία των εθνικοσοσιαλιστών. Ο Χίτλερ ... έγινε καγκελάριος το 1933 με ένα τέτοιο προεδρικό διάταγμα. Όμως, δεν επρόκειτο για παράλειψη ή για λάθος εκτίμηση εκ μέρους της σοσιαλδημοκρατίας. Για να διαλύσει τον παλιό κρατικό μηχανισμό του Κάιζερ, των γαιοκτημόνων και των μιλιταριστών, έπρεπε να συγκρουστεί με τον ίδιο τον καπιταλισμό
   Το οποίο βέβαια δεν μπορεί να κάνει καμμία σοσιαδημοκρατική δύναμη. Οσο κι αν η αστική ιστοριογραφία πασχίζει να πείσει ότι η κοινοβουλευτική δημοκρατία, που εγκαθιδρύθηκε στη Γερμανία με την κατάργηση της μοναρχίας και με την υιοθέτηση δημοκρατικού συντάγματος από την Γερμανική Εθνοσυνέλευση, στην Βαϊμάρη της Θουριγγίας (28/2/1919) αποτελεί κατάκτηση του λαού που επαναστάτησε το Νοέμβρη του 1918, η εγκαθίδρυσή της, «ο βίος και η πολιτεία της» δείχνουν ξεκάθαρα ότι αυτή δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ένας πρόσκαιρος συμβιβασμός των μεγαλοκαπιταλιστών, που εξασφάλισε την εξουσία τους από τον «εχθρό λαό». 

   Η γερμανική προλεταριακή επανάσταση (3 Νοέμβρη 1918 - Γενάρη 1919 και στη Βαυαρία έως τον Απρίλη του ίδιου έτους) έχοντας ως υπόβαθρο, όπως και η Οχτωβριανή της Ρωσίας του 1917, τη μαζική εξαθλίωση που επέφερε για τις λαϊκές μάζες ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος, παρουσίασε κοινά χαρακτηριστικά με εκείνη, όπως τα επαναστατικά συμβούλια εργατών και ναυτών. Η μεγάλη ποιοτική διαφορά ήταν το γεγονός ότι στη Γερμανία απουσίαζε το μαζικό και ταξικά συνεπές κόμμα του προλεταριάτου, το κομμουνιστικό (οι πρωτοπόροι επαναστάτες της ομάδας «Σπάρτακος» προχώρησαν στη δημιουργία τέτοιου κόμματος στο απόγειο της επανάστασης). Παρ' όλα αυτά, η δράση του προλεταριάτου, με αρχικούς στόχους που ξεπερνούσαν τα καπιταλιστικά πλαίσια κλόνισε σοβαρά την εξουσία της ηττημένης στον πόλεμο γερμανικής αστικής τάξης.
   Στα πρώτα χρόνια, ως απόρροια και της ήττας στον πόλεμο, εμφανίζεται ένα πρωτόγνωρο πληθωριστικό «τσουνάμι». (Τον Γενάρη του 1923 το αμερικάνικο δολλάριο είχε φτάσει τα 17000 μάρκα ... τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς ξεπερνούσε τα 4.500.000 μάρκα. Ηταν η εποχή που οι εργαζόμενοι πληρώνονταν τρείς φορές την ημέρα !!!) που ενέτεινε κατά πολύ την αναδιανομή του παραγόμενου πλούτου σε βάρος της εργατιάς και των μικροαστικών στρωμάτων και προς όφελος των μονοπωλιακών ομίλων που γιγάντωναν μέρα με τη μέρα, μέσα και από τη ραγδαία διαδικασία συγκέντρωσης και συγκεντρωποίησης (μόνο ο πολυεκατομμυριούχος Χούγκο Στίνες [Hugo Stinnes] την περίοδο του ραγδαίου πληθωρισμού εξαγόρασε 1.664 επιχειρήσεις με 300.000 εργαζόμενους !!!)
    Η επανάσταση του 1918-19 δεν είχε καταλήξει στην νίκη των εργατών, αλλά είχε αλλάξει τον ταξικό συσχετισμό δύναμης. Η κυρίαρχη τάξη είχε χάσει έναν παγκόσμιο πόλεμο. Είχε χάσει την στρατιωτική ισχύ της. Η Συνθήκη των Βερσαλλιών άφηνε μόνο 100.000 στρατιώτες στη Ράιχσβερ. Έχασε ένα μεγάλο μέρος της οικονομικής ισχύος της, και η ίδια ληστρική Συνθήκη «ειρήνης» φόρτωνε στην Γερμανική οικονομία αβάσταχτα βάρη αποζημιώσεων. Στο εσωτερικό, για να αποφύγει την επανάσταση αναγκάστηκε να κάνει παραχωρήσεις. Δεν ήταν μόνο ο νόμος για το οχτάωρο, που έτσι κι αλλιώς είχε πολλά «παραθυράκια» και άρχισε να παραβιάζεται από το 1922. Ούτε η θεσμοποίηση των εργοστασιακών συμβουλίων ως συμβουλευτικών οργάνων στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις. Η κυρίαρχη τάξη αναγκάστηκε να κάνει υλικές παραχωρήσεις και να αναγνωρίσει το ρόλο των συνδικάτων σε μια σειρά τομείς: επιδόματα ανεργίας, κοινωνική ασφάλιση, κράτος πρόνοιας. Ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων καθιερώθηκε και τα συνδικάτα απέκτησαν ισότιμη εκπροσώπηση στις επιτροπές διαιτησίας για τις διαφορές που ανέκυπταν. Το SPD μπορεί να μην συμμετείχε στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση από το 1924 μέχρι το 1928, αλλά έλεγχε σταθερά την κυβέρνηση της Πρωσίας (Βερολίνο) και άλλων κρατιδίων. Πάλι σε σχέση με την προπολεμική περίοδο, οι δαπάνες για κοινωνική ασφάλιση διπλασιάστηκαν και για υγεία-πρόνοια τετραπλασιάστηκαν. Η κυρίαρχη τάξη ανέχτηκε τέτοιες παραχωρήσεις, με σφιγμένα δόντια, γιατί μετά το 1924 η γερμανική οικονομία μπήκε σε τροχιά ανάκαμψης και στο πολιτικό επίπεδο η επαναστατική «απειλή» απομακρύνθηκε. 

   Το Κομμουνιστικό Κόμμα παρέμεινε ένα μαζικό κόμμα, αλλά μειοψηφικό στις εκλογές του 1928 η εκλογική του δύναμη ήταν το 1/3 της σοσιαλδημοκρατίας. Ακόμα και η Συνθήκη των Βερσαλλιών και το ζήτημα των επανορθώσεων έγινε πιο «διαχειρίσιμο». Οι σοσιαλδημοκράτες ήταν ο πυλώνας της «πολιτικής τής εκπλήρωσης» της Συνθήκης, αλλά δεν ήταν οι μόνοι. Ο Στράζεμαν, επικεφαλής του μεγαλύτερου κόμματος της Δεξιάς, του Γερμανικού Λαϊκού Κόμματος (DVP), την υποστήριζε. Τα φτηνά δάνεια από τις ΗΠΑ του Σχεδίου Ντόου έκαναν πιο εύκολη την αποπληρωμή των επανορθώσεων και έδιναν ώθηση στην οικονομία. Η Γερμανία θα ξαναγινόταν μεγάλη δύναμη με την οικονομία της και τη σώφρονα διπλωματία
   Όλα αυτά τα τίναξε στον αέρα η έλευση της οικονομικής κρίσης. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί, ότι καθ' όλη την περίοδο 1919 - 1932, στην κυβερνητική εξουσία το σοσιαλδημοκρατικό και τα αστικά κόμματα είτε εναλλάσσονταν το ένα με το άλλο, είτε συγκυβερνούσαν, χωρίς όμως κανένα από αυτά να μπορεί να υλοποιήσει τις δημαγωγικές εξαγγελίες για «τη σωτηρία του Λαού», που όλο αυτό το διάστημα, με πρωτοπορία την εργατική τάξη συνέχιζε να διεκδικεί τα δικαιώματά του με διάφορες μορφές (ένοπλες εξεγέρσεις, απεργίες, κλπ.). Ούτε βέβαια μπόρεσαν να κρατήσουν τη Γερμανία έξω από τη δίνη της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης του 1929. Αυτό που κατάφεραν (γιατί αυτό άλλωστε επιδίωκαν) είναι με τις επιχορηγήσεις, με κρατικές παραγγελίες και με άλλα εξίσου «δημοκρατικά» μέτρα να ενισχύσουν ξανά και σε παγκόσμιο επίπεδο τη θέση της ντόπιας χρηματιστικής ολιγαρχίας.
   Τον Οκτώβρη του 1929 το Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης κατέρρευσε, και στα επόμενα δυο χρόνια η κρίση είχε φτάσει στην Γερμανία, εκτινάσσοντας τον αριθμό των ανέργων στα πέντε εκατομμύρια. Οι συμβιβασμοί γίνονταν όλο και πιο ανυπόφοροι για την κυρίαρχη τάξη. Το αποτέλεσμα των εκλογών του 1928 είχε οδηγήσει στην συγκρότηση μιας κυβέρνησης «Μεγάλου Συνασπισμού» με τη συμμετοχή του SPD και καγκελάριο τον σοσιαλδημοκράτη Χέρμαν Μύλερ. Τον Μάρτη του 1930, η κυβέρνησή του οδηγήθηκε στην παραίτηση με αφορμή μια σύγκρουση για το ύψος των περικοπών στα επιδόματα ανεργίας και πρόνοιας. Ο πρόεδρος Χίντεμπουργκ διόρισε καγκελάριο έναν συντηρητικό πολιτικό, τον Μπρύνιγκ. Το SPD αποδέχτηκε αυτή την εξέλιξη. Το πραγματικό δίλημμα της Σοσιαλδημοκρατίας το είχε θέσει στο έκτακτο συνέδριο του SPD στη Λειψία τον Μάρτη του 1931 ο Φρίτζ Τάρνοβ, ηγετικό στέλεχος των συνδικάτων και βουλευτής: «Στεκόμαστε στο κρεβάτι του πόνου του καπιταλισμού σαν τον γιατρό που επιθυμεί να κάνει τον άρρωστο καλά ?  Ή σαν τους χαρούμενους κληρονόμους που βιάζονται να έλθει ο φυσικός θάνατος και μάλιστα θα ήθελαν να τον επιταχύνουν με δηλητήριο ?»
   Για την ηγεσία της Σοσιαλδημοκρατίας η απάντηση ήταν το πρώτο ... " Ή ΟΙ ΝΑΖΙ Ή ΤΟ ΜΙΚΡΟΤΕΡΟ ΚΑΚΟ” !!! Από κει πηγάζουν όλες οι επιλογές της στα χρόνια της κρίσης. Στο κέντρο τους ήταν η προσπάθεια να αντιμετωπιστούν τα «άκρα» (η «άκρα αριστερά» και η «άκρα δεξιά») μέσω της πολιτικής υπεράσπισης της «Συνταγματικής νομιμότητας». Μια πολιτική που στο τέλος την έφερε να δέχεται αμαχητί το ένα πλήγμα στη δημοκρατία και στο εργατικό κίνημα ... μετά το άλλο.
Ήδη από το 1929 ο ηγέτης του SPD Σέβερινγκ χρησιμοποιεί το επιχείρημα του «υπέρτερου συμφέροντος της χώρας» ενάντια στις κινητοποιήσεις και τις απεργίες της εργατικής τάξης: «Η εργατική τάξη έχει το μεγαλύτερο συμφέρον, με όλα τα άλλα στρώματα του πληθυσμού, να ελαφρύνει τη χρηματοοικονομική κατάσταση του Ράιχ.» 
    Το Κομμουνιστικό Κόμμα αντιτάσσεται σε αυτή την προπαγάνδα. Η μαχητικότητα των αγωνιστών του αντιμετωπίζεται με απολύσεις από την εργοδοσία. Συχνά οι συνδικαλιστικές ηγεσίες διαγράφουν από τα συνδικάτα τους κομμουνιστές οι οποίοι οργανώνουν την κινητοποίηση των εργατών χωρίς την έγκριση της συνδικαλιστικής ηγεσίας. Από την υποστήριξη στον Μπρύνινγκ σε εκείνη του Χίντενμπουργκ στο όνομα του μικρότερου κακού, η σοσιαλδημοκρατική ηγεσία δεν έχει να προσφέρει στην εργατική τάξη άλλη εναλλακτική λύση: Μπρύνινγκ ή Χίτλερ, Χίντενμπουργκ ή Χίτλερ. Δεμένη με την αστική τάξη και το κεφάλαιο θα συνοδεύσει μέχρι τέλους τη θνήσκουσα δημοκρατία της Βαϊμάρης, που έχει χάσει πια κάθε περιεχόμενο, ενώ το μεγάλο κεφάλαιο και το αστικό πολιτικό κατεστημένο ανοίγουν τον δρόμο στην άνοδο του ναζισμού στην εξουσία. Από «ανοχή» σε «ανοχή» καλλιεργεί την παθητικότητα στις εργατικές μάζες και στο όνομα της απόκρουσης του ναζιστικού κινδύνου διευκολύνει την άνοδο του ναζισμού στην εξουσία. Η σοσιαλδημοκρατική ηγεσία όχι μόνο δεν θα προσφύγει ποτέ στη δύναμη και στην κινητοποίηση των εργατικών μαζών για να συγκρουστεί με τον ναζισμό, αλλά θα εναποθέτει μέχρι τέλους την αντιμετώπιση των ναζιστών σε εκείνους που τους ανοίγουν τον δρόμο. H υποστήριξη στην άγρια πολιτική λιτότητας του Μπρύνινγκ δεν μπορεί να εμπνεύσει τους εργαζομένους ούτε τα συσσίτια αλληλεγγύης μπορούν να αποτελούν προοπτική για τους ανέργους.
    Στις εκλογές του Σεπτέμβρη του 1930, το Κομμουνιστικό Κόμμα αύξησε κατά 40% την εκλογική του δύναμη και η Σοσιαλδημοκρατία, παρόλο που διατήρησε χοντρικά τον αριθμό των ψηφοφόρων της, είδε τα ποσοστά της να πέφτουν. Όμως, το εντυπωσιακό και το ανησυχητικό ήταν η εκτόξευση της δύναμης του ναζιστικού κόμματος, από τις 800.000 ψήφους του 1928 έφτασε τα 6.400.000 !!! Εχει καταρριφθεί ο μύθος ότι η εκλογική άνοδος των ναζί οφειλόταν στους ανέργους. Η κύρια δεξαμενή που αντλούσαν δύναμη οι ναζί τότε και στα επόμενα χρόνια, ήταν η μεσοαστική βάση των κομμάτων της δεξιάς. Ήταν οι «τρελλαμένοι από την κρίση μικροαστοί» ... που εγκατέλειπαν τα παραδοσιακά τους κόμματα γιατί δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν την κρίση, αλλά ταυτόχρονα στρέφονταν με μανία ενάντια στην οργανωμένη εργατική τάξη με την λογική ότι η εξόντωση του εργάτη και των προνομίων του θα επιτρέψει στην μεσαία τάξη να ξαναβρεί την παλιά της κοινωνική θέση.
    Το Κομμουνιστικό Κόμμα αγωνιζόταν δραστήρια ενάντια στο φασισμό, επιδιώκοντας το σχηματισμό ενιαίου εργατικού μετώπου. Τόνιζε πως ο φασισμός θα φέρει στο λαό τεράστια δεινά και θα οδηγήσει σε πόλεμο και στην εθνική καταστροφή. Τον Αύγουστο ακόμη του 1930 στο «Πρόγραμμα της εθνικής και κοινωνικής απελευθέρωσης του γερμανικού λαού» η Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γερμανίας σημείωνε: «Το φασιστικό κόμμα είναι εχθρικό στο λαό, είναι αντιδραστικό, αντισοσιαλιστικό κόμμα που φέρνει στο γερμανικό λαό την εκμετάλλευση και την υποδούλωση». Στις 28 Γενάρη του 1932 στο μήνυμα «Προς τους εργάτες της Γερμανίας και τους εργαζόμενους της πόλης και του χωριού» το Κομμουνιστικό Κόμμα τόνιζε ακόμη μια φορά πως το φλέγον ζήτημα είναι η δημιουργία ενιαίου εργατικού μετώπου και καλούσε σε ενεργό αγώνα εναντίον της μείωσης του μεροκάματου, των έκτακτων φόρων, για να αποκατασταθούν οι δημοκρατικές ελευθερίες και για να οργανωθούν στα εργοστάσια και στις συνοικίες ομάδες ένοπλης αυτοάμυνας που να αποκρούουν τις φασιστικές τρομοκρατικές συμμορίες. Οι ηγέτες της σοσιαλδημοκρατίας απέτρεπαν τους εργάτες από τις απεργίες, έριξαν μάλιστα και το σύνθημα: Στις συνθήκες της κρίσης είναι εγκληματικό να διεξάγονται απεργίες, γιατί αυτό οδηγεί στην ακόμα μεγαλύτερη μείωση της παραγωγής !!! Υποστηρίζοντας τα αντιδραστικά αντεργατικά μέτρα των αστικών κυβερνήσεων, δήλωναν ότι αυτό πρέπει να γίνει εν ονόματι του «μικρότερου κακού», δηλαδή για να αποτραπεί ο φασισμός ή ο «ριζοσπαστισμός από τα αριστερά».
Για χρόνια το SPD καλλιεργούσε την ιδέα ότι θα κινιόταν μοναχά αν παραβιαζόταν ανοιχτά το Σύνταγμα. Θεωρούσε ότι ο δικός του έλεγχος της κυβέρνησης της Πρωσίας με τους 80.000 βαριά εξοπλισμένους αστυνομικούς στο Βερολίνο που ήταν και πρωτεύουσα της Πρωσίας, του πρόσφερε ένα απόρθητο φρούριο και μάλιστα «Συνταγματικό». Ο Πάπεν με την έγκριση του Χίντεμπουργκ απλά απέλυσε την κυβέρνηση της Πρωσίας και έγινε «Επίτροπος του Ράιχ» για την Πρωσία. Μάταια, όμως, οι εργάτες της Reichsbanner περίμεναν το σύνθημα απο την ηγεσία του SPD να βάλουν σε πράξη τα χιλιοπροβαρισμένα σχέδια δράσης. Η σοσιαλδημοκρατική ηγεσία διαμαρτυρήθηκε και προσέφυγε απλώς στα δικαστήρια !!! Το γεγονός ότι οι σοσιαλδημοκράτες αποδέχτηκαν αμαχητί τον βιασμό της Πρωσίας ήταν εκτός των άλλων και αποτέλεσμα της εικοσάμηνης πολιτικής της ανοχής. 



   Στις 22 Γενάρη 1933 οι χιτλερικοί οργάνωσαν με την ανοχή της αστυνομίας μια προκλητική διαδήλωση μπροστά στα κεντρικά γραφεία του Κομμουνιστικού Κόμματος. Σε απάντηση 150.000 εργάτες του Βερολίνου με επικεφαλής τους ηγέτες του Κομμουνιστικού Κόμματος Ε. Τέλμαν, Β. Ούλμπριχτ, Ι. Σέερ και Φ. Φλόριν πέρασαν στις 29 Γενάρη τους δρόμους του Βερολίνου διαδηλώνοντας πως είναι έτοιμοι να αποκρούσουν τους φασίστες.
   Η ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος πρότεινε στους ηγέτες της σοσιαλδημοκρατίας κοινή δράση εναντίον του φασισμού, αλλά οι σοσιαλδημοκράτες αρνήθηκαν. Στις 30 Γενάρη του 1933 ο Πρόεδρος Χίντενμπουργκ διόρισε τον Χίτλερ καγκελάριο. Ο Πάπεν έγινε αντικαγκελάριος. Η κοινοβουλευτική ομάδα του SPD αποφάσιζε ότι «αν ο Χίτλερ ακολουθήσει την συνταγματική οδό», τότε «θα ήταν λάθος να του δώσουμε εμείς την αφορμή να παραβιάσει το Σύνταγμα». Ακόμη και τότε η Vorwärts, η εφημερίδα του SPD, γράφει σε ειδική έκδοσή της: «Απέναντι στην κυβέρνηση που απειλεί με πραξικόπημα, η σοσιαλδημοκρατία παραμένει με τα δύο πόδια στο έδαφος του συντάγματος και της νομιμότητας.»   Όπως και τα αστικά κόμματα, η σοσιαλδημοκρατία θέλει να τρέφει την αυταπάτη ότι θα έχει τη δυνατότητα να παραμείνει ως αντιπολίτευση υπό τον Χίτλερ. Σ' αυτή τη «συνταγματικότητα» πιστή η σοσιαλδημοκρατία και στο όνομα της «νομιμότητας της κυβέρνησης», αρνήθηκε ακόμα και την πρόταση του ΚΚ Γερμανίας για την από κοινού οργάνωση γενικής πολιτικής απεργίας ενάντια στον Χίτλερ.


   Είχε έρθει πλέον ο καιρός για τους Γερμανούς καπιταλιστές ... ΝΑ ΠΑΡΟΥΝ ΠΙΣΩ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΜΙΚΡΗ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ ΠΟΥ ΕΙΧΑΝ ΚΑΝΕΙ ΣΤΟΝ ΛΑΟ, για να ανακόψουν το επαναστατικό ρεύμα του 1918/20. Αυτή ήταν η “προσφορά” της σοσιαλδημοκρατίας στην κυρίαρχη Γερμανική αστική τάξη. Και η προσφορά έγινε στο όνομα του κινδύνου ίσης απόστασης και από τα δύο άκρα ... εφαρμόζοντας σταθερά την πολιτική του μικρότερου κακού. Η θέση των κομμουνιστών ... περί σοσιαλφασισμού ... είχε βρεί την τραγική της επιβεβαίωση. Για την κυρίαρχη αστική Γερμανική τάξη ... οι ναζί ήταν το μέσο που θα τους εξασφάλιζε το ξερίζωμα των εργατικών οργανώσεων, το φίμωμα και τον κατακερματισμό της εργατικής τάξης.
   Στην πραγματικότητα, η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία υπήρξε καρπός της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας των μονοπωλίων στη Γερμανία, με πρωταγωνιστικό ρόλο του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος. Η μεγάλη οικονομική κρίση του 1929-1933, η αδυναμία της γερμανικής αστικής τάξης να κάνει κάποιες εκτονωτικές παραχωρήσεις στην εργατική τάξη, η ανάπτυξη των επαναστατικών διαθέσεων και η είσπραξή τους κύρια από το κομμουνιστικό κόμμα, ώθησαν τους καπιταλιστές στη βίαιη αντιμετώπιση του κινήματος με μοχλό την παράδοση της εξουσίας στο ναζισμό. Δεν είναι υπερβολή ότι το δρόμο στο ναζισμό άνοιξε το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Λόγω της δυνατότητάς του να καταδημαγωγεί και να ενσωματώνει τις μάζες, το σοσιαλιστικό κόμμα θεωρείται ιδιαίτερα πρόσφορο για την προώθηση της καταπιεστικής πολιτικής (ιδίως στα πρώτα στάδιά της) του κεφαλαίου. Δεν είναι τυχαίο ότι οι σοσιαλδημοκράτες συνέτριψαν στα 1918-1919 την επανάσταση στη Γερμανία, Αυστρία, Ιταλία και Ουγγαρία. Στην Αυστρία υποστήριξαν ανοιχτά το φιλοφασιστικό καθεστώς Ντόλφους, τον Μουσολίνι, στην Ιταλία, τον Χόρτυ στην Ουγγαρία !!! Δηλαδή εκτελούσαν μιά σχεδιασμένη ... ΠΑΝΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΣΥΝΤΕΤΑΓΜΕΝΗ ΣΟΣΙΑΛΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΑΝΤΙΕΡΓΑΤΙΚΗ-ΑΤΙΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ... τίποτα δεν έγινε τυχαία ... απο σύμπτωση ... ή απο λάθος εκτιμήσεις !!!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

1. Δεν σχολιάζω σχολιαστές ... εκτός επιλεγμένων περιπτώσεων. Περιπτώσεων με ζουμί και ουσία και σε σχέση πάντα με το θέμα της ανάρτησης
2. Δεν με ενοχλούν τα μπινελίκια ... αρκεί να περιέχουν πολιτική ουσία
3. Επαναλαμβανόμενα στερεότυπα μηνύματα ... δεν προσφέρουν τίποτα
4. Οχι οτι τα ψευδώνυμα προσφέρουν κάτι σημαντικό ... αλλά χρειάζονται σαν ελάχιστη βάση "συννενόησης". Προτιμούνται τα ψηφιακά !!!
5. Μακρυά απο εδώ φασιστικά και κρυφοφασιστικά "τραγουδάκια" με την μορφή άποψης
6. Επιφυλάσσομαι για τον χειρισμό των τρόλ και των ερειστικών επιτηδείων ... κατά περίπτωση
7. Αλλο πολιτική αντιπαράθεση ... και άλλο παθολογικός αντικομμουνισμός. Η διαφορά βγάζει ... μάτι